υπαντώ
•
- αρχαιοπρεπέςσυναντώ Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςπροϋπαντώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαντώ < αρχαία ελληνική ὑπαντάω / ὑπαντῶ < ὑπό + ἀντάω / ἀντῶ < ἀντί < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂énti < *h₂énts < *h₂ent- (μπροστά)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπαντάω / υπαντώ | υπαντάς | υπαντά / υπαντάει | υπαντάμε / υπαντούμε | υπαντάτε | υπαντάν / υπαντάνε / υπαντούν / υπαντούνε |
| Παρατατικός | υπαντούσα | υπαντούσες | υπαντούσε | υπαντούσαμε | υπαντούσατε | υπαντούσαν / υπαντούσανε |
| Αόριστος | υπάντησα | υπάντησες | υπάντησε | υπαντήσαμε | υπαντήσατε | υπάντησαν / υπαντήσαν / υπαντήσανε |
| Μέλλοντας | θα υπαντάω / θα υπαντήσω / θα υπαντώ | θα υπαντάς / θα υπαντήσεις | θα υπαντά / θα υπαντάει / θα υπαντήσει | θα υπαντάμε / θα υπαντήσουμε / θα υπαντούμε | θα υπαντάτε / θα υπαντήσετε | θα υπαντάν / θα υπαντάνε / θα υπαντήσουν / θα υπαντήσουνε / θα υπαντούν / θα υπαντούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπαντήσει | έχεις υπαντήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπαντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπαντήσει / να υπαντάω / να υπαντήσω / να υπαντώ | να έχεις υπαντήσει / να υπαντάς / να υπαντήσεις | να υπαντά / να υπαντάει / να υπαντήσει | να υπαντάμε / να υπαντήσουμε / να υπαντούμε | να υπαντάτε / να υπαντήσετε | να υπαντάν / να υπαντάνε / να υπαντήσουν / να υπαντήσουνε / να υπαντούν / να υπαντούνε |
| Προστακτική | — | υπάντα / υπάνταγε / υπάντησε | — | — | υπαντάτε / υπαντήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →