προϋπαντώ
•
- πάω να συναντήσω κάποιον πριν φτάσει προς το μέρος μου, και να τον καλωσορίσω Βικιλεξικό
- Μόλις με βλέπει, σηκώνεται και έρχεται να με προϋπαντήσει. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)
Ετυμολογία
προϋπαντώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προϋπαντῶ, συνηρημένος τύπος του προϋπαντάω < προ- + αρχαία ελληνική ὑπαντάω / ὑπαντῶ < ὑπό + ἀντάω / ἀντῶ < ἀντί < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂énti < *h₂énts < *h₂ent- (μπροστά)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προϋπαντάω / προϋπαντώ / προϋπαντώμαι | προϋπαντάς | προϋπαντά / προϋπαντάει | προϋπαντάμε / προϋπαντούμε | προϋπαντάτε | προϋπαντάν / προϋπαντάνε / προϋπαντούν / προϋπαντούνε |
| Παρατατικός | προϋπαντούσα | προϋπαντούσες | προϋπαντούσε | προϋπαντούσαμε | προϋπαντούσατε | προϋπαντούσαν / προϋπαντούσανε |
| Αόριστος | προϋπάντησα | προϋπάντησες | προϋπάντησε | προϋπαντήσαμε | προϋπαντήσατε | προϋπάντησαν / προϋπαντήσαν / προϋπαντήσανε |
| Μέλλοντας | θα προϋπαντάω / θα προϋπαντήσω / θα προϋπαντώ / θα προϋπαντώμαι | θα προϋπαντάς / θα προϋπαντήσεις | θα προϋπαντά / θα προϋπαντάει / θα προϋπαντήσει | θα προϋπαντάμε / θα προϋπαντήσουμε / θα προϋπαντούμε | θα προϋπαντάτε / θα προϋπαντήσετε | θα προϋπαντάν / θα προϋπαντάνε / θα προϋπαντήσουν / θα προϋπαντήσουνε / θα προϋπαντούν / θα προϋπαντούνε |
| Παρακείμενος | έχω προϋπαντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προϋπαντήσει / να προϋπαντάω / να προϋπαντήσω / να προϋπαντώ / να προϋπαντώμαι | να προϋπαντάς / να προϋπαντήσεις | να προϋπαντά / να προϋπαντάει / να προϋπαντήσει | να προϋπαντάμε / να προϋπαντήσουμε / να προϋπαντούμε | να προϋπαντάτε / να προϋπαντήσετε | να προϋπαντάν / να προϋπαντάνε / να προϋπαντήσουν / να προϋπαντήσουνε / να προϋπαντούν / να προϋπαντούνε |
| Προστακτική | — | προϋπάντα / προϋπάνταγε / προϋπάντησε | — | — | προϋπαντάτε / προϋπαντήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προϋπαντιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →