πρυμνοδέτηση
•
- επίσημοη πρόσδεση πλοίου ή σκάφους σε προβλήτα μόνο από την πρύμνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρυμνοδέτηση < πρυμνοδετώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρυμνοδέτηση | πρυμνοδετήσεις |
| Γενική | πρυμνοδέτησης | πρυμνοδετήσεων |
| Αιτιατική | πρυμνοδέτηση | πρυμνοδετήσεις |
| Κλητική | πρυμνοδέτηση | πρυμνοδετήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →