Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρυμνοδέτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςαλυσίδα ή σχοινί με τα οποία προσδένουν πλεούμενο, από την πρύμνη του, στη στεριά ή σε άλλο πλεούμενο Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςναυτικός υπεύθυνος για την πρυμνοδέτηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρυμνοδέτης < πρύμν(η) + -ο- + -δέτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρυμνοδέτηςπρυμνοδέτες
Γενικήπρυμνοδέτηπρυμνοδετών
Αιτιατικήπρυμνοδέτηπρυμνοδέτες
Κλητικήπρυμνοδέτηπρυμνοδέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →