Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρυμνοδετώ

ρήμα
•
  1. επίσημοδένω πλοίο ή σκάφος σε προβλήτα μόνο από την πρύμνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρυμνοδετώ < πρυμνοδέτης + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρυμνοδετώπρυμνοδετείςπρυμνοδετείπρυμνοδετούμεπρυμνοδετείτεπρυμνοδετούν / πρυμνοδετούνε
Παρατατικόςπρυμνοδετούσαπρυμνοδετούσεςπρυμνοδετούσεπρυμνοδετούσαμεπρυμνοδετούσατεπρυμνοδετούσαν / πρυμνοδετούσανε
Αόριστοςπρυμνοδέτησαπρυμνοδέτησεςπρυμνοδέτησεπρυμνοδετήσαμεπρυμνοδετήσατεπρυμνοδέτησαν / πρυμνοδετήσαν / πρυμνοδετήσανε
Μέλλονταςθα πρυμνοδετήσω / θα πρυμνοδετώθα πρυμνοδετήσεις / θα πρυμνοδετείςθα πρυμνοδετήσει / θα πρυμνοδετείθα πρυμνοδετήσουμε / θα πρυμνοδετούμεθα πρυμνοδετήσετε / θα πρυμνοδετείτεθα πρυμνοδετήσουν / θα πρυμνοδετήσουνε / θα πρυμνοδετούν / θα πρυμνοδετούνε
Παρακείμενοςέχω πρυμνοδετήσειέχεις πρυμνοδετήσειέχει πρυμνοδετήσειέχουμε πρυμνοδετήσειέχετε πρυμνοδετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρυμνοδετήσειείχες πρυμνοδετήσειείχε πρυμνοδετήσειείχαμε πρυμνοδετήσει——
Υποτακτικήνα έχω πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετήσω / να πρυμνοδετώνα έχεις πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετήσεις / να πρυμνοδετείςνα έχει πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετείνα έχουμε πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετήσουμε / να πρυμνοδετούμενα έχετε πρυμνοδετήσει / να πρυμνοδετήσετε / να πρυμνοδετείτενα πρυμνοδετήσουν / να πρυμνοδετήσουνε / να πρυμνοδετούν / να πρυμνοδετούνε
Προστακτική—πρυμνοδέτει / πρυμνοδέτησε——πρυμνοδετήστε / πρυμνοδετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →