πρωταγωνιστής
•
- ο ηθοποιός που έχει τον κύριο ρόλο σε ένα έργο (θεατρικό, τηλεοπτικό κλπ) Βικιλεξικό
- ηθοποιός που παίζει συχνά σε πρωταγωνιστικούς ρόλους Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάποιος που φαίνεται να είναι το κύριο πρόσωπο σε γεγονότα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωταγωνιστής < ελληνιστική κοινή πρωταγωνιστής < αρχαία ελληνική πρωταγωνιστέω / πρωταγωνιστῶ < πρῶτος + ἀγών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωταγωνιστής | πρωταγωνιστές |
| Γενική | πρωταγωνιστή | πρωταγωνιστών |
| Αιτιατική | πρωταγωνιστή | πρωταγωνιστές |
| Κλητική | πρωταγωνιστή | πρωταγωνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →