Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωταγωνιστώ

/pro.ta.ɣo.niˈsto/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάείμαι πρωταγωνιστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωταγωνιστώ < αρχαία ελληνική πρωταγωνιστέω / πρωταγωνιστῶ < πρῶτος + ἀγών

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωταγωνιστώπρωταγωνιστείςπρωταγωνιστείπρωταγωνιστούμεπρωταγωνιστείτεπρωταγωνιστούν / πρωταγωνιστούνε
Παρατατικόςπρωταγωνιστούσαπρωταγωνιστούσεςπρωταγωνιστούσεπρωταγωνιστούσαμεπρωταγωνιστούσατεπρωταγωνιστούσαν / πρωταγωνιστούσανε
Αόριστοςπρωταγωνίστησαπρωταγωνίστησεςπρωταγωνίστησεπρωταγωνιστήσαμεπρωταγωνιστήσατεπρωταγωνίστησαν / πρωταγωνιστήσαν / πρωταγωνιστήσανε
Μέλλονταςθα πρωταγωνιστήσω / θα πρωταγωνιστώθα πρωταγωνιστήσεις / θα πρωταγωνιστείςθα πρωταγωνιστήσει / θα πρωταγωνιστείθα πρωταγωνιστήσουμε / θα πρωταγωνιστούμεθα πρωταγωνιστήσετε / θα πρωταγωνιστείτεθα πρωταγωνιστήσουν / θα πρωταγωνιστήσουνε / θα πρωταγωνιστούν / θα πρωταγωνιστούνε
Παρακείμενοςέχω πρωταγωνιστήσειέχεις πρωταγωνιστήσειέχει πρωταγωνιστήσειέχουμε πρωταγωνιστήσειέχετε πρωταγωνιστήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρωταγωνιστήσειείχες πρωταγωνιστήσειείχε πρωταγωνιστήσειείχαμε πρωταγωνιστήσει——
Υποτακτικήνα έχω πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστήσω / να πρωταγωνιστώνα έχεις πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστήσεις / να πρωταγωνιστείςνα έχει πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστείνα έχουμε πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστήσουμε / να πρωταγωνιστούμενα έχετε πρωταγωνιστήσει / να πρωταγωνιστήσετε / να πρωταγωνιστείτενα πρωταγωνιστήσουν / να πρωταγωνιστήσουνε / να πρωταγωνιστούν / να πρωταγωνιστούνε
Προστακτική—πρωταγωνίστει / πρωταγωνίστησε——πρωταγωνιστήστε / πρωταγωνιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →