πρωταγωνιστικός
•
- που έχει σχέση με πρωταγωνιστή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωταγωνιστικός < πρωταγωνιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωταγωνιστικός | πρωταγωνιστική | πρωταγωνιστικό |
| Γενική | πρωταγωνιστικού | πρωταγωνιστικής | πρωταγωνιστικού |
| Αιτιατική | πρωταγωνιστικό | πρωταγωνιστική | πρωταγωνιστικό |
| Κλητική | πρωταγωνιστικέ | πρωταγωνιστική | πρωταγωνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωταγωνιστικοί | πρωταγωνιστικές | πρωταγωνιστικά |
| Γενική | πρωταγωνιστικών | πρωταγωνιστικών | πρωταγωνιστικών |
| Αιτιατική | πρωταγωνιστικούς | πρωταγωνιστικές | πρωταγωνιστικά |
| Κλητική | πρωταγωνιστικοί | πρωταγωνιστικές | πρωταγωνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →