Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωταγωνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πρωταγωνιστή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωταγωνιστικός < πρωταγωνιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωταγωνιστικόςπρωταγωνιστικήπρωταγωνιστικό
Γενικήπρωταγωνιστικούπρωταγωνιστικήςπρωταγωνιστικού
Αιτιατικήπρωταγωνιστικόπρωταγωνιστικήπρωταγωνιστικό
Κλητικήπρωταγωνιστικέπρωταγωνιστικήπρωταγωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωταγωνιστικοίπρωταγωνιστικέςπρωταγωνιστικά
Γενικήπρωταγωνιστικώνπρωταγωνιστικώνπρωταγωνιστικών
Αιτιατικήπρωταγωνιστικούςπρωταγωνιστικέςπρωταγωνιστικά
Κλητικήπρωταγωνιστικοίπρωταγωνιστικέςπρωταγωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →