πρωτοκατασκευάζω
•
- πρώτη φορά κατασκευάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοκατασκευάζω < πρώτος + -ο- + κατασκευάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτοκατασκευάζω | πρωτοκατασκευάζεις | πρωτοκατασκευάζει | πρωτοκατασκευάζουμε | πρωτοκατασκευάζετε | πρωτοκατασκευάζουν / πρωτοκατασκευάζουνε |
| Παρατατικός | πρωτοκατασκεύαζα | πρωτοκατασκεύαζες | πρωτοκατασκεύαζε | πρωτοκατασκευάζαμε | πρωτοκατασκευάζατε | πρωτοκατασκευάζαν / πρωτοκατασκευάζανε / πρωτοκατασκεύαζαν |
| Αόριστος | πρωτοκατασκεύασα | πρωτοκατασκεύασες | πρωτοκατασκεύασε | πρωτοκατασκευάσαμε | πρωτοκατασκευάσατε | πρωτοκατασκευάσαν / πρωτοκατασκευάσανε / πρωτοκατασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα πρωτοκατασκευάζω / θα πρωτοκατασκευάσω | θα πρωτοκατασκευάζεις / θα πρωτοκατασκευάσεις | θα πρωτοκατασκευάζει / θα πρωτοκατασκευάσει | θα πρωτοκατασκευάζουμε / θα πρωτοκατασκευάσουμε | θα πρωτοκατασκευάζετε / θα πρωτοκατασκευάσετε | θα πρωτοκατασκευάζουν / θα πρωτοκατασκευάζουνε / θα πρωτοκατασκευάσουν / θα πρωτοκατασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτοκατασκευάσει | έχεις πρωτοκατασκευάσει | έχει πρωτοκατασκευάσει | έχουμε πρωτοκατασκευάσει | έχετε πρωτοκατασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτοκατασκευάσει | είχες πρωτοκατασκευάσει | είχε πρωτοκατασκευάσει | είχαμε πρωτοκατασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτοκατασκευάσει / να πρωτοκατασκευάζω / να πρωτοκατασκευάσω | να έχεις πρωτοκατασκευάσει / να πρωτοκατασκευάζεις / να πρωτοκατασκευάσεις | να έχει πρωτοκατασκευάσει / να πρωτοκατασκευάζει / να πρωτοκατασκευάσει | να έχουμε πρωτοκατασκευάσει / να πρωτοκατασκευάζουμε / να πρωτοκατασκευάσουμε | να έχετε πρωτοκατασκευάσει / να πρωτοκατασκευάζετε / να πρωτοκατασκευάσετε | να πρωτοκατασκευάζουν / να πρωτοκατασκευάζουνε / να πρωτοκατασκευάσουν / να πρωτοκατασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | πρωτοκατασκεύαζε / πρωτοκατασκεύασε | — | — | πρωτοκατασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πρωτοκατασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →