Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοκόλληση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοκαταχώρηση εγγράφου στο πρωτόκολλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοκόλληση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρωτοκόλλησις. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτοκόλλη- + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοκόλλησηπρωτοκολλήσεις
Γενικήπρωτοκόλλησηςπρωτοκολλήσεων
Αιτιατικήπρωτοκόλλησηπρωτοκολλήσεις
Κλητικήπρωτοκόλλησηπρωτοκολλήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →