πρωτοκόλληση
•
- λόγιοκαταχώρηση εγγράφου στο πρωτόκολλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοκόλληση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρωτοκόλλησις. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτοκόλλη- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοκόλληση | πρωτοκολλήσεις |
| Γενική | πρωτοκόλλησης | πρωτοκολλήσεων |
| Αιτιατική | πρωτοκόλληση | πρωτοκολλήσεις |
| Κλητική | πρωτοκόλληση | πρωτοκολλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →