Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοκολλώ

/pɾo.to.koˈlo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκαταχωρώ ένα έγγραφο στο βιβλίο πρωτοκόλλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοκολλώ < πρωτόκολλ(ον) + -ώ, (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πρωτοκολλῶ (μαρτυρείται από το 1871) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική enregistrer, συνώνυμο του protocole. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτο- + κολλώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωτοκολλώ / πρωτοκολλώμαιπρωτοκολλείςπρωτοκολλείπρωτοκολλούμεπρωτοκολλείτεπρωτοκολλούν / πρωτοκολλούνε
Παρατατικόςπρωτοκολλούσαπρωτοκολλούσεςπρωτοκολλούσεπρωτοκολλούσαμεπρωτοκολλούσατεπρωτοκολλούσαν / πρωτοκολλούσανε
Αόριστοςπρωτοκόλλησαπρωτοκόλλησεςπρωτοκόλλησεπρωτοκολλήσαμεπρωτοκολλήσατεπρωτοκολλήσαν / πρωτοκολλήσανε / πρωτοκόλλησαν
Μέλλονταςθα πρωτοκολλήσω / θα πρωτοκολλώ / θα πρωτοκολλώμαιθα πρωτοκολλήσεις / θα πρωτοκολλείςθα πρωτοκολλήσει / θα πρωτοκολλείθα πρωτοκολλήσουμε / θα πρωτοκολλούμεθα πρωτοκολλήσετε / θα πρωτοκολλείτεθα πρωτοκολλήσουν / θα πρωτοκολλήσουνε / θα πρωτοκολλούν / θα πρωτοκολλούνε
Παρακείμενοςέχω πρωτοκολλήσειέχεις πρωτοκολλήσειέχει πρωτοκολλήσει———
Υπερσυντέλικοςείχα πρωτοκολλήσειείχες πρωτοκολλήσειείχε πρωτοκολλήσει———
Υποτακτικήνα έχω πρωτοκολλήσει / να πρωτοκολλήσω / να πρωτοκολλώ / να πρωτοκολλώμαινα έχεις πρωτοκολλήσει / να πρωτοκολλήσεις / να πρωτοκολλείςνα έχει πρωτοκολλήσει / να πρωτοκολλήσει / να πρωτοκολλείνα πρωτοκολλήσουμε / να πρωτοκολλούμενα πρωτοκολλήσετε / να πρωτοκολλείτενα πρωτοκολλήσουν / να πρωτοκολλήσουνε / να πρωτοκολλούν / να πρωτοκολλούνε
Προστακτική—πρωτοκόλλησε——πρωτοκολλήστε / πρωτοκολλείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωτοκολλιέμαι / πρωτοκολλούμαι—————
Αόριστοςπρωτοκολλήθηκα—————
Μέλλονταςθα πρωτοκολλιέμαι / θα πρωτοκολλούμαι—————
Υποτακτικήνα πρωτοκολλιέμαι / να πρωτοκολλούμαι—————

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →