πρωτομάρτυρας
•
- εκκλησιαστικός όροςο πρώτος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο για την πίστη του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που θυσιάστηκε πρώτος ή μεταξύ των πρώτων για ένα ιδανικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτομάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτομάρτυς. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτο- + μάρτυρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτομάρτυρας | πρωτομάρτυρες |
| Γενική | πρωτομάρτυρα / πρωτομάρτυρος | πρωτομαρτύρων |
| Αιτιατική | πρωτομάρτυρα | πρωτομάρτυρες |
| Κλητική | πρωτομάρτυρα | πρωτομάρτυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →