Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτομάρτυρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. εκκλησιαστικός όροςο πρώτος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο για την πίστη του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που θυσιάστηκε πρώτος ή μεταξύ των πρώτων για ένα ιδανικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτομάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτομάρτυς. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτο- + μάρτυρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτομάρτυραςπρωτομάρτυρες
Γενικήπρωτομάρτυρα / πρωτομάρτυροςπρωτομαρτύρων
Αιτιατικήπρωτομάρτυραπρωτομάρτυρες
Κλητικήπρωτομάρτυραπρωτομάρτυρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →