πρωτομαθαίνω
•
- μαθαίνω κάτι για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- μαθαίνω κάτι πρώτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτομαθαίνω < πρωτο- + μαθαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πρωτομαθαίνω < πρωτο- + μαθαίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →