πρωτοπαλίκαρο
•
- ιστορίαυπαρχηγός σε ομάδα άτακτων πολεμιστών Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο με εξέχοντα ρόλο σε ομάδα, σε συμμορία ή σε επαγγελματικό χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοπαλίκαρο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πρωτοπαλίκαρον < πρωτο- + παλικάρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοπαλίκαρο | πρωτοπαλίκαρα |
| Γενική | πρωτοπαλίκαρου | πρωτοπαλίκαρων |
| Αιτιατική | πρωτοπαλίκαρο | πρωτοπαλίκαρα |
| Κλητική | πρωτοπαλίκαρο | πρωτοπαλίκαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →