πρωτοσέλιδος
•
- που καταλαμβάνει την πρώτη σελίδα ενός εντύπου Βικιλεξικό
- Και στις 7 Νοεμβρίου 1953, η Ακρόπολις άστραψε και βρόντησε εναντίον των εφημερίδων που είχαν δημοσιεύσει την πληροφορία περί Telefunken, με πρωτοσέλιδο άρθρο της (Παύλος Τσίμας, Ο φερετζές και το πηλήκιο. Το πολιτικό μυθιστόρημα της ελληνικής τηλεόρασης, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
- ουσιαστικοποιημένοπρωτοσέλιδο: αυτό που βρίσκεται στην πρώτη σελίδα ή η ίδια η πρώτη σελίδα ενός εντύπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοσέλιδος < πρώτος + -ο- + σελίδα + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοσέλιδος | πρωτοσέλιδη | πρωτοσέλιδο |
| Γενική | πρωτοσέλιδου | πρωτοσέλιδης | πρωτοσέλιδου |
| Αιτιατική | πρωτοσέλιδο | πρωτοσέλιδη | πρωτοσέλιδο |
| Κλητική | πρωτοσέλιδε | πρωτοσέλιδη | πρωτοσέλιδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοσέλιδοι | πρωτοσέλιδες | πρωτοσέλιδα |
| Γενική | πρωτοσέλιδων | πρωτοσέλιδων | πρωτοσέλιδων |
| Αιτιατική | πρωτοσέλιδους | πρωτοσέλιδες | πρωτοσέλιδα |
| Κλητική | πρωτοσέλιδοι | πρωτοσέλιδες | πρωτοσέλιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →