πρωτοφανής
•
- που συμβαίνει για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Η κακοκαιρία αναμένεται να είναι πρωτοφανής.
- που προκαλεί κατάπληξη και δυσαρέσκεια Βικιλεξικό
- Το έγκλημα είναι πρωτοφανές στα χρονικά.
Ετυμολογία
πρωτοφανής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτοφανής < πρωτο- + -φανής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοφανής | πρωτοφανής | πρωτοφανές |
| Γενική | πρωτοφανούς | πρωτοφανούς | πρωτοφανούς |
| Αιτιατική | πρωτοφανή | πρωτοφανή | πρωτοφανές |
| Κλητική | πρωτοφανή / πρωτοφανής | πρωτοφανής | πρωτοφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοφανείς | πρωτοφανείς | πρωτοφανή |
| Γενική | πρωτοφανών | πρωτοφανών | πρωτοφανών |
| Αιτιατική | πρωτοφανείς | πρωτοφανείς | πρωτοφανή |
| Κλητική | πρωτοφανείς | πρωτοφανείς | πρωτοφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →