πρωτόχυτος
•
- που έχει χυθεί πρώτος ή πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Ηλιογέννητη, ποιός ήλιος
- Από όλους αυτούς, ο Μπρέχτ δανείστηκε πολλά, συμπλήρωσε τά όσα ό Μπύχνερ καί ο Βέντεκιντ τού έδωσαν άπλαστα, πρωτόχυτα. (Επιθεώρηση Τέχνης, αρ. 83, Νοέμβριος 1961, σελ. 454 http://politis.eu.org/images/pdf01/1961_083.pdf)
- που έχει χυτευτεί για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- Χυτήριο για τη δημιουργία κολώνων αλουμινίου από πρωτόχυτο ή δευτερόχυτο (ανακυκλωμένο) αλουμίνιο (Η ελληνική πολυεθνική με 30 χρόνια εντυπωσιακής ανάπτυξης, εφημ. Καθημερινή, 05/06/2019 https://www.kathimerini.gr/economy/business/1026658/i-elliniki-polyethniki-me-30-chronia-entyposiakis-anaptyxis/)
Ετυμολογία
πρωτόχυτος < ελληνιστική κοινή πρωτόχυτος < αρχαία ελληνική πρῶτος + χυτός < χέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόχυτος | πρωτόχυτη | πρωτόχυτο |
| Γενική | πρωτόχυτου | πρωτόχυτης | πρωτόχυτου |
| Αιτιατική | πρωτόχυτο | πρωτόχυτη | πρωτόχυτο |
| Κλητική | πρωτόχυτε | πρωτόχυτη | πρωτόχυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόχυτοι | πρωτόχυτες | πρωτόχυτα |
| Γενική | πρωτόχυτων | πρωτόχυτων | πρωτόχυτων |
| Αιτιατική | πρωτόχυτους | πρωτόχυτες | πρωτόχυτα |
| Κλητική | πρωτόχυτοι | πρωτόχυτες | πρωτόχυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →