Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δοκιμή που γίνεται πριν την τελική παρουσίαση ενός θέματος (θέατρου, τραγουδιού, ομιλίας, κτ...) Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη δοκιμή ρούχου, όταν ράβεται κατά παραγγελία Βικιλεξικό
  3. κάθε δοκιμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική prova < provare < λατινική probare (τεστάρω) < probus (καλός, ενάρετος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόβαπρόβες
Γενικήπρόβας—
Αιτιατικήπρόβαπρόβες
Κλητικήπρόβαπρόβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →