πρόληψη
•
- η προσπάθεια που γίνεται για να προλάβουμε εκ των προτέρων και να αποτρέψουμε κάποιες αρνητικές ή ανεπιθυμητες καταστάσεις, ενέργειες ή συνέπειες Βικιλεξικό
- Αυτή η απόφαση έχει ως στόχο να προωθήσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της πρόληψης της εγκληματικότητας. (*)
- ανορθολογική αντίληψη που αναζητά την αιτιότητα σε άλογες και υπερφυσικές δυνάμεις Βικιλεξικό
- Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)
- ρητορικήη εκ των προτέρων ανασκευή επιχειρήματος του αντιπάλου Βικιλεξικό
- γραμματικήσυντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το υποκείμενο μιας δευτερεύουσας πρότασης τίθεται ως αντικείμενο στην κύρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόληψη < ελληνιστική κοινή πρόληψις < αρχαία ελληνική προλαμβάνω < πρό + λαμβάνω (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική prévention. 2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική préjugé. 3,4. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική prolepse)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόληψη | προλήψεις |
| Γενική | πρόληψης | προλήψεων |
| Αιτιατική | πρόληψη | προλήψεις |
| Κλητική | πρόληψη | προλήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →