Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προληπτικός

/pɾo.li.ptiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προλαμβάνει, που με τις εκ των προτέρων ενέργειες ή πράξεις του προλαβαίνει την εκδήλωση ή την εμφάνιση κάποιων πραγμάτων, τα αποτρέπει ή τα ματαιώνει Βικιλεξικό
  2. που έχει προλήψεις ή πιστεύει σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προληπτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προληπτικός (προκαταβολικός) (<αρχαία ελληνική προλαμβάνω). Συγχρονικά αναλύεται σε προ- + ληπ- (λαμβάνω) + -τικός :* για τη σημασία «που προλαβαίνει» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préventif :* για τη σημασία «πρόληψη, δεισιδαιμονία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préjugé

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροληπτικόςπροληπτικήπροληπτικό
Γενικήπροληπτικούπροληπτικήςπροληπτικού
Αιτιατικήπροληπτικόπροληπτικήπροληπτικό
Κλητικήπροληπτικέπροληπτικήπροληπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροληπτικοίπροληπτικέςπροληπτικά
Γενικήπροληπτικώνπροληπτικώνπροληπτικών
Αιτιατικήπροληπτικούςπροληπτικέςπροληπτικά
Κλητικήπροληπτικοίπροληπτικέςπροληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →