προληπτικός
•
- που προλαμβάνει, που με τις εκ των προτέρων ενέργειες ή πράξεις του προλαβαίνει την εκδήλωση ή την εμφάνιση κάποιων πραγμάτων, τα αποτρέπει ή τα ματαιώνει Βικιλεξικό
- που έχει προλήψεις ή πιστεύει σ’ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προληπτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προληπτικός (προκαταβολικός) (<αρχαία ελληνική προλαμβάνω). Συγχρονικά αναλύεται σε προ- + ληπ- (λαμβάνω) + -τικός :* για τη σημασία «που προλαβαίνει» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préventif :* για τη σημασία «πρόληψη, δεισιδαιμονία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préjugé
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προληπτικός | προληπτική | προληπτικό |
| Γενική | προληπτικού | προληπτικής | προληπτικού |
| Αιτιατική | προληπτικό | προληπτική | προληπτικό |
| Κλητική | προληπτικέ | προληπτική | προληπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προληπτικοί | προληπτικές | προληπτικά |
| Γενική | προληπτικών | προληπτικών | προληπτικών |
| Αιτιατική | προληπτικούς | προληπτικές | προληπτικά |
| Κλητική | προληπτικοί | προληπτικές | προληπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →