πρόπλασμα
•
- το πλαστικό πρότυπο, το υπόδειγμα Βικιλεξικό
- το ομοίωμα ή το υπόδειγμα αγάλματος από γύψο ή πηλό Βικιλεξικό
- Ὁ Πραξιτέλης πρὶν ἢ πλάσῃ καλλιμάρμαρον τὴν Ἀφροδίτην του κατεσκεύασε πρότερον τὸ πρόπλασμα αὐτῆς ἐκ πηλοῦ.
- η μακέτα, η αναπαράσταση σε μικρογραφία συνήθως αρχιτεκτονικού ή μηχανικού έργου (δηλαδή σε διαφορετική κλίμακα, σπάνια σε μεγέθυνση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόπλασμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόπλασμα Μορφολογικά αναλύεται σε πρό- + ‑πλασμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόπλασμα | προπλάσματα |
| Γενική | προπλάσματος | προπλασμάτων |
| Αιτιατική | πρόπλασμα | προπλάσματα |
| Κλητική | πρόπλασμα | προπλάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →