Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόπλασμα

/ˈpɾo.pla.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το πλαστικό πρότυπο, το υπόδειγμα Βικιλεξικό
  2. το ομοίωμα ή το υπόδειγμα αγάλματος από γύψο ή πηλό Βικιλεξικό
    • Ὁ Πραξιτέλης πρὶν ἢ πλάσῃ καλλιμάρμαρον τὴν Ἀφροδίτην του κατεσκεύασε πρότερον τὸ πρόπλασμα αὐτῆς ἐκ πηλοῦ.
  3. η μακέτα, η αναπαράσταση σε μικρογραφία συνήθως αρχιτεκτονικού ή μηχανικού έργου (δηλαδή σε διαφορετική κλίμακα, σπάνια σε μεγέθυνση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρόπλασμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόπλασμα Μορφολογικά αναλύεται σε πρό- + ‑πλασμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόπλασμαπροπλάσματα
Γενικήπροπλάσματοςπροπλασμάτων
Αιτιατικήπρόπλασμαπροπλάσματα
Κλητικήπρόπλασμαπροπλάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →