πρόσφυμα
•
- γλωσσολογίαμόρφημα που προστίθεται στο θέμα κάποιας λέξης (ως πρόθημα, ένθημα ή ως επίθημα) για την παραγωγή μιας νέας λέξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρόσφυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρόσφυμα (εκβλάστημα), σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική affixum.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόσφυμα | προσφύματα |
| Γενική | προσφύματος | προσφυμάτων |
| Αιτιατική | πρόσφυμα | προσφύματα |
| Κλητική | πρόσφυμα | προσφύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →