πτεροσχιδής
•
- βοτανικήγια φύλλα φυτών με εκατέρωθεν εγκοπές σε σχήμα φτερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτεροσχιδής < πτερό + -ο- + -σχιδής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτεροσχιδής | πτεροσχιδής | πτεροσχιδές |
| Γενική | πτεροσχιδούς | πτεροσχιδούς | πτεροσχιδούς |
| Αιτιατική | πτεροσχιδή | πτεροσχιδή | πτεροσχιδές |
| Κλητική | πτεροσχιδή / πτεροσχιδής | πτεροσχιδής | πτεροσχιδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδή |
| Γενική | πτεροσχιδών | πτεροσχιδών | πτεροσχιδών |
| Αιτιατική | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδή |
| Κλητική | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδείς | πτεροσχιδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →