Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτυχιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πτυχίο ή το χρονικό διάστημα και τις διαδικασίες για την απόκτησή του ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπτυχιακά Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοπτυχιακή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτυχιακός < πτυχίο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Diplom-)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχιακόςπτυχιακήπτυχιακό
Γενικήπτυχιακούπτυχιακήςπτυχιακού
Αιτιατικήπτυχιακόπτυχιακήπτυχιακό
Κλητικήπτυχιακέπτυχιακήπτυχιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτυχιακοίπτυχιακέςπτυχιακά
Γενικήπτυχιακώνπτυχιακώνπτυχιακών
Αιτιατικήπτυχιακούςπτυχιακέςπτυχιακά
Κλητικήπτυχιακοίπτυχιακέςπτυχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →