πτυχιακός
•
- που έχει σχέση με το πτυχίο ή το χρονικό διάστημα και τις διαδικασίες για την απόκτησή του ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπτυχιακά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπτυχιακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτυχιακός < πτυχίο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Diplom-)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτυχιακός | πτυχιακή | πτυχιακό |
| Γενική | πτυχιακού | πτυχιακής | πτυχιακού |
| Αιτιατική | πτυχιακό | πτυχιακή | πτυχιακό |
| Κλητική | πτυχιακέ | πτυχιακή | πτυχιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πτυχιακοί | πτυχιακές | πτυχιακά |
| Γενική | πτυχιακών | πτυχιακών | πτυχιακών |
| Αιτιατική | πτυχιακούς | πτυχιακές | πτυχιακά |
| Κλητική | πτυχιακοί | πτυχιακές | πτυχιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →