Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πτωτικός

/pto.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πτώση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που παρουσιάζει ελάττωση ή μείωση Βικιλεξικό
  3. γραμματικήπου έχει σχέση με τις (γραμματικές) πτώσες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πτωτικός < ελληνιστική κοινή πτωτικός < αρχαία ελληνική πτῶσις < πίπτω ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική falling )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωτικόςπτωτικήπτωτικό
Γενικήπτωτικούπτωτικήςπτωτικού
Αιτιατικήπτωτικόπτωτικήπτωτικό
Κλητικήπτωτικέπτωτικήπτωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπτωτικοίπτωτικέςπτωτικά
Γενικήπτωτικώνπτωτικώνπτωτικών
Αιτιατικήπτωτικούςπτωτικέςπτωτικά
Κλητικήπτωτικοίπτωτικέςπτωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →