πτωχεύω
•
- γίνομαι φτωχός ή κηρύσσομαι (επίσημα και νομικά) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πτωχεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτωχεύω < πτωχός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πτωχεύω | πτωχεύεις | πτωχεύει | πτωχεύουμε | πτωχεύετε | πτωχεύουν / πτωχεύουνε |
| Παρατατικός | πτώχευα | πτώχευες | πτώχευε | πτωχεύαμε | πτωχεύατε | πτωχεύαν / πτωχεύανε / πτώχευαν |
| Αόριστος | πτώχευσα | πτώχευσες | πτώχευσε | πτωχεύσαμε | πτωχεύσατε | πτωχεύσαν / πτωχεύσανε / πτώχευσαν |
| Μέλλοντας | θα πτωχεύσω / θα πτωχεύω | θα πτωχεύεις / θα πτωχεύσεις | θα πτωχεύει / θα πτωχεύσει | θα πτωχεύουμε / θα πτωχεύσουμε | θα πτωχεύετε / θα πτωχεύσετε | θα πτωχεύουν / θα πτωχεύουνε / θα πτωχεύσουν / θα πτωχεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πτωχεύσει | έχεις πτωχεύσει | έχει πτωχεύσει | έχουμε πτωχεύσει | έχετε πτωχεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πτωχεύσει | είχες πτωχεύσει | είχε πτωχεύσει | είχαμε πτωχεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πτωχεύσει / να πτωχεύσω / να πτωχεύω | να έχεις πτωχεύσει / να πτωχεύεις / να πτωχεύσεις | να έχει πτωχεύσει / να πτωχεύει / να πτωχεύσει | να έχουμε πτωχεύσει / να πτωχεύουμε / να πτωχεύσουμε | να έχετε πτωχεύσει / να πτωχεύετε / να πτωχεύσετε | να πτωχεύουν / να πτωχεύουνε / να πτωχεύσουν / να πτωχεύσουνε |
| Προστακτική | — | πτώχευε / πτώχευσε | — | — | πτωχεύετε / πτωχεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →