πυρίτιδα
•
- οπλισμόςεκρηκτικό μείγμα από νιτρικό κάλιο, θείο και άνθρακα σε μορφή σκόνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρίτιδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πυρῖτις όπως στην καθαρεύουσα πυρῖτις (θηλυκό όπως στην έκφραση πυρῖτις κόνις) από την αιτιατική ενικού «τὴν πυρίτιδα» < αρσενικό: ελληνιστική κοινή πυρίτης (είδος τσακμακόπετρας, όπως πυρίτης λίθος) (ή θηλυκό στην απόδοση για τη γαλλική poudre (σκόνη))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρίτιδα | πυρίτιδες |
| Γενική | πυρίτιδας | πυριτίδων |
| Αιτιατική | πυρίτιδα | πυρίτιδες |
| Κλητική | πυρίτιδα | πυρίτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →