πυρογράφος
•
- τέχνηκαλλιτέχνης που δημιουργεί με την τεχνική της πυρογραφίας Βικιλεξικό
- τέχνηόργανο που χρησιμοποιειπται στην τεχνική της πυρογραφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρογράφος < πυρογραφία + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) :# μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pyrograveur ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pyrographer :# μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pyrograph
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρογράφος | πυρογράφοι |
| Γενική | πυρογράφου | πυρογράφων |
| Αιτιατική | πυρογράφο | πυρογράφους |
| Κλητική | πυρογράφε | πυρογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →