πυρογραφώ
•
- τέχνηείμαι πυρογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυρογραφώ < πυρογράφος + -ώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pyrograph)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυρογραφώ | πυρογραφείς | πυρογραφεί | πυρογραφούμε | πυρογραφείτε | πυρογραφούν / πυρογραφούνε |
| Παρατατικός | πυρογραφούσα | πυρογραφούσες | πυρογραφούσε | πυρογραφούσαμε | πυρογραφούσατε | πυρογραφούσαν / πυρογραφούσανε |
| Αόριστος | πυρογράφησα | πυρογράφησες | πυρογράφησε | πυρογραφήσαμε | πυρογραφήσατε | πυρογράφησαν / πυρογραφήσαν / πυρογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πυρογραφήσω / θα πυρογραφώ | θα πυρογραφήσεις / θα πυρογραφείς | θα πυρογραφήσει / θα πυρογραφεί | θα πυρογραφήσουμε / θα πυρογραφούμε | θα πυρογραφήσετε / θα πυρογραφείτε | θα πυρογραφήσουν / θα πυρογραφήσουνε / θα πυρογραφούν / θα πυρογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πυρογραφήσει | έχεις πυρογραφήσει | έχει πυρογραφήσει | έχουμε πυρογραφήσει | έχετε πυρογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυρογραφήσει | είχες πυρογραφήσει | είχε πυρογραφήσει | είχαμε πυρογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυρογραφήσει / να πυρογραφήσω / να πυρογραφώ | να έχεις πυρογραφήσει / να πυρογραφήσεις / να πυρογραφείς | να έχει πυρογραφήσει / να πυρογραφήσει / να πυρογραφεί | να έχουμε πυρογραφήσει / να πυρογραφήσουμε / να πυρογραφούμε | να έχετε πυρογραφήσει / να πυρογραφήσετε / να πυρογραφείτε | να πυρογραφήσουν / να πυρογραφήσουνε / να πυρογραφούν / να πυρογραφούνε |
| Προστακτική | — | πυρογράφει / πυρογράφησε | — | — | πυρογραφήστε / πυρογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →