Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυρογραφώ

ρήμα
•
  1. τέχνηείμαι πυρογράφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυρογραφώ < πυρογράφος + -ώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pyrograph)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπυρογραφώπυρογραφείςπυρογραφείπυρογραφούμεπυρογραφείτεπυρογραφούν / πυρογραφούνε
Παρατατικόςπυρογραφούσαπυρογραφούσεςπυρογραφούσεπυρογραφούσαμεπυρογραφούσατεπυρογραφούσαν / πυρογραφούσανε
Αόριστοςπυρογράφησαπυρογράφησεςπυρογράφησεπυρογραφήσαμεπυρογραφήσατεπυρογράφησαν / πυρογραφήσαν / πυρογραφήσανε
Μέλλονταςθα πυρογραφήσω / θα πυρογραφώθα πυρογραφήσεις / θα πυρογραφείςθα πυρογραφήσει / θα πυρογραφείθα πυρογραφήσουμε / θα πυρογραφούμεθα πυρογραφήσετε / θα πυρογραφείτεθα πυρογραφήσουν / θα πυρογραφήσουνε / θα πυρογραφούν / θα πυρογραφούνε
Παρακείμενοςέχω πυρογραφήσειέχεις πυρογραφήσειέχει πυρογραφήσειέχουμε πυρογραφήσειέχετε πυρογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πυρογραφήσειείχες πυρογραφήσειείχε πυρογραφήσειείχαμε πυρογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω πυρογραφήσει / να πυρογραφήσω / να πυρογραφώνα έχεις πυρογραφήσει / να πυρογραφήσεις / να πυρογραφείςνα έχει πυρογραφήσει / να πυρογραφήσει / να πυρογραφείνα έχουμε πυρογραφήσει / να πυρογραφήσουμε / να πυρογραφούμενα έχετε πυρογραφήσει / να πυρογραφήσετε / να πυρογραφείτενα πυρογραφήσουν / να πυρογραφήσουνε / να πυρογραφούν / να πυρογραφούνε
Προστακτική—πυρογράφει / πυρογράφησε——πυρογραφήστε / πυρογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →