Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροδοτικός

/pi.ɾo.ðo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πυροδότηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυροδοτικός < πυροδοτώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροδοτικόςπυροδοτικήπυροδοτικό
Γενικήπυροδοτικούπυροδοτικήςπυροδοτικού
Αιτιατικήπυροδοτικόπυροδοτικήπυροδοτικό
Κλητικήπυροδοτικέπυροδοτικήπυροδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπυροδοτικοίπυροδοτικέςπυροδοτικά
Γενικήπυροδοτικώνπυροδοτικώνπυροδοτικών
Αιτιατικήπυροδοτικούςπυροδοτικέςπυροδοτικά
Κλητικήπυροδοτικοίπυροδοτικέςπυροδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →