πυροδότης
•
- κυριολεκτικάκάποιος που πυροδοτεί Βικιλεξικό
- ειδικότεραμηχανισμός πυροδότησης Βικιλεξικό
- επάγγελμαειδικός στις εκρηκτικές ύλες Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάποιος που δημιουργεί αναστάτωση ή προκαλεί εντάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροδότης < πυροδοτώ + -της (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροδότης | πυροδότες |
| Γενική | πυροδότη | πυροδοτών |
| Αιτιατική | πυροδότη | πυροδότες |
| Κλητική | πυροδότη | πυροδότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →