Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροδότης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάκάποιος που πυροδοτεί Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραμηχανισμός πυροδότησης Βικιλεξικό
  3. επάγγελμαειδικός στις εκρηκτικές ύλες Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκάποιος που δημιουργεί αναστάτωση ή προκαλεί εντάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυροδότης < πυροδοτώ + -της (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυροδότηςπυροδότες
Γενικήπυροδότηπυροδοτών
Αιτιατικήπυροδότηπυροδότες
Κλητικήπυροδότηπυροδότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →