πυροκοκκινίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι κόκκινο σαν το πυρ / τη φωτιά Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι κόκκινος σαν το πυρ / τη φωτιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροκοκκινίζω < πυρο- + κοκκινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πυροκοκκινίζω | πυροκοκκινίζεις | πυροκοκκινίζει | πυροκοκκινίζουμε | πυροκοκκινίζετε | πυροκοκκινίζουν / πυροκοκκινίζουνε |
| Παρατατικός | πυροκοκκίνιζα | πυροκοκκίνιζες | πυροκοκκίνιζε | πυροκοκκινίζαμε | πυροκοκκινίζατε | πυροκοκκίνιζαν / πυροκοκκινίζαν / πυροκοκκινίζανε |
| Αόριστος | πυροκοκκίνισα | πυροκοκκίνισες | πυροκοκκίνισε | πυροκοκκινίσαμε | πυροκοκκινίσατε | πυροκοκκίνισαν / πυροκοκκινίσαν / πυροκοκκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα πυροκοκκινίζω / θα πυροκοκκινίσω | θα πυροκοκκινίζεις / θα πυροκοκκινίσεις | θα πυροκοκκινίζει / θα πυροκοκκινίσει | θα πυροκοκκινίζουμε / θα πυροκοκκινίσουμε | θα πυροκοκκινίζετε / θα πυροκοκκινίσετε | θα πυροκοκκινίζουν / θα πυροκοκκινίζουνε / θα πυροκοκκινίσουν / θα πυροκοκκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πυροκοκκινίσει | έχεις πυροκοκκινίσει | έχει πυροκοκκινίσει | έχουμε πυροκοκκινίσει | έχετε πυροκοκκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πυροκοκκινίσει | είχες πυροκοκκινίσει | είχε πυροκοκκινίσει | είχαμε πυροκοκκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πυροκοκκινίσει / να πυροκοκκινίζω / να πυροκοκκινίσω | να έχεις πυροκοκκινίσει / να πυροκοκκινίζεις / να πυροκοκκινίσεις | να έχει πυροκοκκινίσει / να πυροκοκκινίζει / να πυροκοκκινίσει | να έχουμε πυροκοκκινίσει / να πυροκοκκινίζουμε / να πυροκοκκινίσουμε | να έχετε πυροκοκκινίσει / να πυροκοκκινίζετε / να πυροκοκκινίσετε | να πυροκοκκινίζουν / να πυροκοκκινίζουνε / να πυροκοκκινίσουν / να πυροκοκκινίσουνε |
| Προστακτική | — | πυροκοκκίνιζε / πυροκοκκίνισε | — | — | πυροκοκκινίζετε / πυροκοκκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →