Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοκκινίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόχρωματίζω κάτι κόκκινο Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόχρωματίζω κάτι κόκκινο Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοαποκτώ κόκκινο χρώμα Βικιλεξικό
    • Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει από το πολύ κλάμα και τα χέρια του έτρεμαν. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
    • Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )
  4. αμετάβατοτα μάγουλά μου αποκτούν έντονο κόκκινο χρώμα από ντροπή, συστολή κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοκκινίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κοκκινίζω < κόκκινος < αρχαία ελληνική κόκκος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκοκκινίζωκοκκινίζειςκοκκινίζεικοκκινίζουμεκοκκινίζετεκοκκινίζουν / κοκκινίζουνε
Παρατατικόςκοκκίνιζακοκκίνιζεςκοκκίνιζεκοκκινίζαμεκοκκινίζατεκοκκίνιζαν / κοκκινίζαν / κοκκινίζανε
Αόριστοςκοκκίνισακοκκίνισεςκοκκίνισεκοκκινίσαμεκοκκινίσατεκοκκίνισαν / κοκκινίσαν / κοκκινίσανε
Μέλλονταςθα κοκκινίζω / θα κοκκινίσωθα κοκκινίζεις / θα κοκκινίσειςθα κοκκινίζει / θα κοκκινίσειθα κοκκινίζουμε / θα κοκκινίσουμεθα κοκκινίζετε / θα κοκκινίσετεθα κοκκινίζουν / θα κοκκινίζουνε / θα κοκκινίσουν / θα κοκκινίσουνε
Παρακείμενοςέχω κοκκινίσειέχεις κοκκινίσειέχει κοκκινίσειέχουμε κοκκινίσειέχετε κοκκινίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κοκκινίσειείχες κοκκινίσειείχε κοκκινίσειείχαμε κοκκινίσει——
Υποτακτικήνα έχω κοκκινίσει / να κοκκινίζω / να κοκκινίσωνα έχεις κοκκινίσει / να κοκκινίζεις / να κοκκινίσειςνα έχει κοκκινίσει / να κοκκινίζει / να κοκκινίσεινα έχουμε κοκκινίσει / να κοκκινίζουμε / να κοκκινίσουμενα έχετε κοκκινίσει / να κοκκινίζετε / να κοκκινίσετενα κοκκινίζουν / να κοκκινίζουνε / να κοκκινίσουν / να κοκκινίσουνε
Προστακτική—κοκκίνιζε / κοκκίνισε——κοκκινίζετε / κοκκινίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →