Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πυροστιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κουζινικάμεταλλικό τρίποδο που το έβαζαν πάνω στην φωτιά και επί του οποίου τοποθετούσαν κάποιο σκεύος (κατσαρόλα, τηγάνι κ.λπ.) για μαγείρεμα Βικιλεξικό
    • μέ θρεψίνη ἀντί ζάχαρη ἤ μέλι, καί καψαλισμένη στήν πυροστιά φέτα ἀπό μπομπότα (Τάσος Πορφύρης, Η δοντάγρια. Διηγήματα, 2006, σελ. 26)
  2. κατ’ επέκτασητζάκι Βικιλεξικό
  3. αστρονομίαο αστερισμός του Hνιόχου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πυροστιά < μεσαιωνική ελληνική πυροστία < πυρεστία < αρχαία ελληνική πῦρ + ἑστία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπυροστιάπυροστιές
Γενικήπυροστιάςπυροστιών
Αιτιατικήπυροστιάπυροστιές
Κλητικήπυροστιάπυροστιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →