πυρόλυση
•
- χημείαθερμική διάσπαση μιας χημικής ένωσης σε άλλες χωρίς την παρουσία οξυγόνου Βικιλεξικό
- Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.3 Αλκάνια - μεθάνιο, φυσικό αέριο, βιοαέριο, ※ @ebooks.edu.gr
Ετυμολογία
πυρόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pyrolysis < αρχαία ελληνική πῦρ (πυρό-) + λύσις (λύω).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυρόλυση | πυρολύσεις |
| Γενική | πυρόλυσης | πυρολύσεων |
| Αιτιατική | πυρόλυση | πυρολύσεις |
| Κλητική | πυρόλυση | πυρολύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →