πόδας
•
- λόγιοτο πόδι Βικιλεξικό
- μετρικήσύνολο δύο ή περισσότερων συλλαβών που συγκροτούν μία μετρική μονάδα Βικιλεξικό
- γεωμετρίατο σημείο συνάντησης μιας καθέτου με γραμμή ή επιφάνεια προς την οποία κατευθύνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόδας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πούς από την αιτιατική πόδα :* για τη γεωμετρία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pied
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόδας | πόδες |
| Γενική | πόδα | ποδών |
| Αιτιατική | πόδα | πόδες |
| Κλητική | πόδα | πόδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →