φάπα
•
- το χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη του χεριού Βικιλεξικό
- Οι φάπες πέφτουν βροχή.
- έκανε μαγκιές και τώρα πάρ' τον φάπα ξάπλα
Ετυμολογία
φάπα < (ηχομιμητική λέξη) από τον ήχο φαπ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάπα | φάπες |
| Γενική | φάπας | φαπών |
| Αιτιατική | φάπα | φάπες |
| Κλητική | φάπα | φάπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →