Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φάπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη του χεριού Βικιλεξικό
    • Οι φάπες πέφτουν βροχή.
    • έκανε μαγκιές και τώρα πάρ' τον φάπα ξάπλα

Ετυμολογία

φάπα < (ηχομιμητική λέξη) από τον ήχο φαπ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφάπαφάπες
Γενικήφάπαςφαπών
Αιτιατικήφάπαφάπες
Κλητικήφάπαφάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →