ραπίζω
•
- Χτυπώ το μάγουλο με την παλάμη του χεριού. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ραπίζω < αρχαία ελληνική ῥάπισμα. < Από το ῥαπίς, ραβδί.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ραπίζω | ραπίζεις | ραπίζει | ραπίζουμε | ραπίζετε | ραπίζουν / ραπίζουνε |
| Παρατατικός | ράπιζα | ράπιζες | ράπιζε | ραπίζαμε | ραπίζατε | ράπιζαν / ραπίζαν / ραπίζανε |
| Αόριστος | ράπισα | ράπισες | ράπισε | ραπίσαμε | ραπίσατε | ράπισαν / ραπίσαν / ραπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ραπίζω / θα ραπίσω | θα ραπίζεις / θα ραπίσεις | θα ραπίζει / θα ραπίσει | θα ραπίζουμε / θα ραπίσουμε | θα ραπίζετε / θα ραπίσετε | θα ραπίζουν / θα ραπίζουνε / θα ραπίσουν / θα ραπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ραπίσει | έχεις ραπίσει | έχει ραπίσει | έχουμε ραπίσει | έχετε ραπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ραπίσει | είχες ραπίσει | είχε ραπίσει | είχαμε ραπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ραπίσει / να ραπίζω / να ραπίσω | να έχεις ραπίσει / να ραπίζεις / να ραπίσεις | να έχει ραπίσει / να ραπίζει / να ραπίσει | να έχουμε ραπίσει / να ραπίζουμε / να ραπίσουμε | να έχετε ραπίσει / να ραπίζετε / να ραπίσετε | να ραπίζουν / να ραπίζουνε / να ραπίσουν / να ραπίσουνε |
| Προστακτική | — | ράπιζε / ράπισε | — | — | ραπίζετε / ραπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →