ράφτης
•
- επάγγελμαο επαγγελματίας που ράβει ρούχα, συνήθως αντρικά κουστούμια Βικιλεξικό
- «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
ράφτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ράφτης < (ελληνιστική κοινή) ῥάπτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράφτης | ράφτες, ράφτηδες / ραφτάδες |
| Γενική | ράφτη | ραφτάδων / ραφτών, ράφτηδων |
| Αιτιατική | ράφτη | ράφτες, ράφτηδες / ραφτάδες |
| Κλητική | ράφτη | ράφτες, ράφτηδες / ραφτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →