ρήτορας
•
- ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς Βικιλεξικό
- Ὁ Χάρος ὁ ἀχόρταγος τὸν βρῆκε / ἀπὸ πιοτὰ διάφορα στουπί, / καὶ ρήτορας κανένας δὲν ἐβγῆκε / τὰ τόσα θαύματά του νὰ μᾶς πῇ. (Γεώργιος Σουρής, Ο Μπουρδούσης, 1883)
- ο ικανός ομιλητής Βικιλεξικό
- επάγγελμαο δάσκαλος της ρητορικής τέχνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρήτορας < αρχαία ελληνική ῥήτωρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρήτορας | ρήτορες |
| Γενική | ρήτορα | ρητόρων |
| Αιτιατική | ρήτορα | ρήτορες |
| Κλητική | ρήτορα | ρήτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →