Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρήτορας

/ˈɾi.to.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ομιλητής· που εκφωνεί ένα λόγο, π.χ. στη Βουλή ή σε δικαστήριο ή από τον άμβωνα ή σε εορτασμούς Βικιλεξικό
    • Ὁ Χάρος ὁ ἀχόρταγος τὸν βρῆκε / ἀπὸ πιοτὰ διάφορα στουπί, / καὶ ρήτορας κανένας δὲν ἐβγῆκε / τὰ τόσα θαύματά του νὰ μᾶς πῇ. (Γεώργιος Σουρής, Ο Μπουρδούσης, 1883)
  2. ο ικανός ομιλητής Βικιλεξικό
  3. επάγγελμαο δάσκαλος της ρητορικής τέχνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρήτορας < αρχαία ελληνική ῥήτωρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρήτοραςρήτορες
Γενικήρήτοραρητόρων
Αιτιατικήρήτοραρήτορες
Κλητικήρήτοραρήτορες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →