ρίπτω
•
- απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
- Ὁ κουμπάρος του ἔσυρεν ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ τοῦ ἐνεχείρισε ρικνόν καὶ ἐρρυπωμένον φύλλον τῆς «Παλιγγενεσίας», πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ δήμαρχος ἔρριψεν ἀπλήστως τὸ βλέμμα […] (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, 1920)
- Ὁ σκύλος ἔτρεχε κατόπιν τῆς Βότσαινας γαυγίζων μανιωδῶς, οἱ τρεῖς μαθηταὶ τοῦ σχολείου ἔτρεχον κατόπιν τοῦ σκύλου ρίπτοντες λίθους καὶ βώλους (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ωχ! Βασανάκια, 1984)
- απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
- απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
- απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
- καθαρεύουσααπλοποιημένη γραφή του ῥίπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥίπτω
Άλλοι τύποι
ερρίφθηνρίπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →