Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρίπτω

/ˈɾi.pto/ρήμα
•
  1. απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
    • Ὁ κουμπάρος του ἔσυρεν ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ τοῦ ἐνεχείρισε ρικνόν καὶ ἐρρυπωμένον φύλλον τῆς «Παλιγγενεσίας», πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ δήμαρχος ἔρριψεν ἀπλήστως τὸ βλέμμα […] (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, 1920)
    • Ὁ σκύλος ἔτρεχε κατόπιν τῆς Βότσαινας γαυγίζων μανιωδῶς, οἱ τρεῖς μαθηταὶ τοῦ σχολείου ἔτρεχον κατόπιν τοῦ σκύλου ρίπτοντες λίθους καὶ βώλους (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ωχ! Βασανάκια, 1984)
  2. απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
  3. απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
  4. απαρχαιωμένορίχνω Βικιλεξικό
  5. καθαρεύουσααπλοποιημένη γραφή του ῥίπτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥίπτω

Άλλοι τύποι

ερρίφθηνρίπτομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →