Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ραδιογραφικός

/ɾa.ði.o.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαπου σχετίζεται με τη ραδιογραφία Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίαπου σχετίζεται με τη ραδιοτηλεγραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ραδιογραφικός < ραδιογραφ(ία) + -ικός Μορφολογικά αναλύεται σε ραδιο- + γραφικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιογραφικόςραδιογραφικήραδιογραφικό
Γενικήραδιογραφικούραδιογραφικήςραδιογραφικού
Αιτιατικήραδιογραφικόραδιογραφικήραδιογραφικό
Κλητικήραδιογραφικέραδιογραφικήραδιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήραδιογραφικοίραδιογραφικέςραδιογραφικά
Γενικήραδιογραφικώνραδιογραφικώνραδιογραφικών
Αιτιατικήραδιογραφικούςραδιογραφικέςραδιογραφικά
Κλητικήραδιογραφικοίραδιογραφικέςραδιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →