ρακοσυλλέκτης
•
- επάγγελμααυτός που απ’ τα σκουπίδια μαζεύει διάφορα αντικείμενα που του φαίνονται χρήσιμα (για να τα πουλήσει ή για άλλους λόγους) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρακοσυλλέκτης < ράκος + -ο- + συλλέκτης, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ragpicker
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρακοσυλλέκτης | ρακοσυλλέκτες |
| Γενική | ρακοσυλλέκτη | ρακοσυλλεκτών |
| Αιτιατική | ρακοσυλλέκτη | ρακοσυλλέκτες |
| Κλητική | ρακοσυλλέκτη | ρακοσυλλέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →