Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρακοσυλλέκτης

/ɾa.ko.siˈle.ktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που απ’ τα σκουπίδια μαζεύει διάφορα αντικείμενα που του φαίνονται χρήσιμα (για να τα πουλήσει ή για άλλους λόγους) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρακοσυλλέκτης < ράκος + -ο- + συλλέκτης, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ragpicker

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρακοσυλλέκτηςρακοσυλλέκτες
Γενικήρακοσυλλέκτηρακοσυλλεκτών
Αιτιατικήρακοσυλλέκτηρακοσυλλέκτες
Κλητικήρακοσυλλέκτηρακοσυλλέκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →