Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεγχάζω

/ɾeŋˈxa.zo/ρήμα
•
  1. λόγιοροχαλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεγχάζω < ελληνιστική κοινή ῥέγχω < αρχαία ελληνική ῥέγκω < ῥέγκος < (ηχομιμητική λέξη)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρεγχάζωρεγχάζειςρεγχάζειρεγχάζουμερεγχάζετερεγχάζουν / ρεγχάζουνε
Παρατατικόςρέγχαζαρέγχαζεςρέγχαζερεγχάζαμερεγχάζατερέγχαζαν / ρεγχάζαν / ρεγχάζανε
Αόριστοςρέγχασαρέγχασεςρέγχασερεγχάσαμερεγχάσατερέγχασαν / ρεγχάσαν / ρεγχάσανε
Μέλλονταςθα ρεγχάζω / θα ρεγχάσωθα ρεγχάζεις / θα ρεγχάσειςθα ρεγχάζει / θα ρεγχάσειθα ρεγχάζουμε / θα ρεγχάσουμεθα ρεγχάζετε / θα ρεγχάσετεθα ρεγχάζουν / θα ρεγχάζουνε / θα ρεγχάσουν / θα ρεγχάσουνε
Παρακείμενοςέχω ρεγχάσειέχεις ρεγχάσειέχει ρεγχάσειέχουμε ρεγχάσειέχετε ρεγχάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρεγχάσειείχες ρεγχάσειείχε ρεγχάσειείχαμε ρεγχάσει——
Υποτακτικήνα έχω ρεγχάσει / να ρεγχάζω / να ρεγχάσωνα έχεις ρεγχάσει / να ρεγχάζεις / να ρεγχάσειςνα έχει ρεγχάσει / να ρεγχάζει / να ρεγχάσεινα έχουμε ρεγχάσει / να ρεγχάζουμε / να ρεγχάσουμενα έχετε ρεγχάσει / να ρεγχάζετε / να ρεγχάσετενα ρεγχάζουν / να ρεγχάζουνε / να ρεγχάσουν / να ρεγχάσουνε
Προστακτική—ρέγχαζε / ρέγχασε——ρεγχάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ρεγχάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →