ρεγχάζω
•
- λόγιοροχαλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρεγχάζω < ελληνιστική κοινή ῥέγχω < αρχαία ελληνική ῥέγκω < ῥέγκος < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεγχάζω | ρεγχάζεις | ρεγχάζει | ρεγχάζουμε | ρεγχάζετε | ρεγχάζουν / ρεγχάζουνε |
| Παρατατικός | ρέγχαζα | ρέγχαζες | ρέγχαζε | ρεγχάζαμε | ρεγχάζατε | ρέγχαζαν / ρεγχάζαν / ρεγχάζανε |
| Αόριστος | ρέγχασα | ρέγχασες | ρέγχασε | ρεγχάσαμε | ρεγχάσατε | ρέγχασαν / ρεγχάσαν / ρεγχάσανε |
| Μέλλοντας | θα ρεγχάζω / θα ρεγχάσω | θα ρεγχάζεις / θα ρεγχάσεις | θα ρεγχάζει / θα ρεγχάσει | θα ρεγχάζουμε / θα ρεγχάσουμε | θα ρεγχάζετε / θα ρεγχάσετε | θα ρεγχάζουν / θα ρεγχάζουνε / θα ρεγχάσουν / θα ρεγχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρεγχάσει | έχεις ρεγχάσει | έχει ρεγχάσει | έχουμε ρεγχάσει | έχετε ρεγχάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρεγχάσει | είχες ρεγχάσει | είχε ρεγχάσει | είχαμε ρεγχάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρεγχάσει / να ρεγχάζω / να ρεγχάσω | να έχεις ρεγχάσει / να ρεγχάζεις / να ρεγχάσεις | να έχει ρεγχάσει / να ρεγχάζει / να ρεγχάσει | να έχουμε ρεγχάσει / να ρεγχάζουμε / να ρεγχάσουμε | να έχετε ρεγχάσει / να ρεγχάζετε / να ρεγχάσετε | να ρεγχάζουν / να ρεγχάζουνε / να ρεγχάσουν / να ρεγχάσουνε |
| Προστακτική | — | ρέγχαζε / ρέγχασε | — | — | ρεγχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρεγχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →