Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρεγχαστικός

/ɾeŋ.xa.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ρεγχαμό / ροχαλητό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρεγχαστικός < ρεγχάζ(ω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεγχαστικόςρεγχαστικήρεγχαστικό
Γενικήρεγχαστικούρεγχαστικήςρεγχαστικού
Αιτιατικήρεγχαστικόρεγχαστικήρεγχαστικό
Κλητικήρεγχαστικέρεγχαστικήρεγχαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρεγχαστικοίρεγχαστικέςρεγχαστικά
Γενικήρεγχαστικώνρεγχαστικώνρεγχαστικών
Αιτιατικήρεγχαστικούςρεγχαστικέςρεγχαστικά
Κλητικήρεγχαστικοίρεγχαστικέςρεγχαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →