Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρετσίνι

/ɾeˈt͡si.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κολλώδης και ημιδιάφανη αρωματική ουσία με κιτρινωπό ή κεχριμπαρένιο χρώμα, που εκκρίνεται από ορισμένα δέντρα, κυρίως από το πεύκο, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα Βικιλεξικό
  2. η παραπάνω ουσία που, μετά από ειδική επεξεργασία, χρησιμοποιείται στην παρασκευή βερνικιών και λούστρων· με αυτήν, επίσης, επαλείφονται τα τόξα των έγχορδων οργάνων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρετσίνι < μετάπλαση για τη μεσαιωνική ελληνική ρετσίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρετσίνιρετσίνια
Γενικήρετσινιούρετσινιών
Αιτιατικήρετσίνιρετσίνια
Κλητικήρετσίνιρετσίνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →