ρευματοδοτώ
•
- παρέχω ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρευματοδοτώ < ρεύμα (ρεύματος) + -ο- + -δοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρευματοδοτώ | ρευματοδοτείς / ρευματοδότει | ρευματοδοτεί | ρευματοδοτούμε | ρευματοδοτείτε | ρευματοδοτούν |
| Παρατατικός | ρευματοδοτούσα | ρευματοδοτούσες | ρευματοδοτούσε | ρευματοδοτούσαμε | ρευματοδοτούσατε | ρευματοδοτούσαν |
| Αόριστος | ρευματοδοτήσω / ρευματοδότησα | ρευματοδοτήσεις / ρευματοδότησε / ρευματοδότησες | ρευματοδοτήσει / ρευματοδότησε | ρευματοδοτήσαμε / ρευματοδοτήσουμε | ρευματοδοτήσατε / ρευματοδοτήσετε / ρευματοδοτήστε | ρευματοδοτήσουν / ρευματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα ρευματοδοτήσω / θα ρευματοδοτώ | θα ρευματοδοτήσεις / θα ρευματοδοτείς | θα ρευματοδοτήσει / θα ρευματοδοτεί | θα ρευματοδοτήσουμε / θα ρευματοδοτούμε | θα ρευματοδοτήσετε / θα ρευματοδοτείτε | θα ρευματοδοτήσουν / θα ρευματοδοτούν |
| Παρακείμενος | έχω ρευματοδοτήσει | έχεις ρευματοδοτήσει | έχει ρευματοδοτήσει | έχουμε ρευματοδοτήσει | έχετε ρευματοδοτήσει | έχουν ρευματοδοτήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρευματοδοτήσει | είχες ρευματοδοτήσει | είχε ρευματοδοτήσει | είχαμε ρευματοδοτήσει | είχατε ρευματοδοτήσει | είχαν ρευματοδοτήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →