Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρευματοκλοπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος Βικιλεξικό
    • Ως ρευματοκλοπή ορίζεται εν γένει η αυθαίρετη και με δόλο επέμβαση σε εξοπλισμό ή / και εγκαταστάσεις του Δικτύου, με σκοπό την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς αυτή να καταγράφεται, ή χωρίς να αντιστοιχίζεται με Εκπρόσωπο Φορτίου, και να μην τιμολογείται. (Εγχειρίδιο ρευματοκλοπών σε εφαρμογή της παραγράφου 23 του άρθρου 95 του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου Διαχείρισης Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, Αριθμ. απόφ. 236/2017 – ΦΕΚ Τεύχος Β’ 1871/30.05.2017 https://www.eea.gr/arthra-eea/ti-einai-reymatoklopi-kai-pos-timoreitai-nea-metra-antimetopisis/)

Ετυμολογία

ρευματοκλοπή < ρεύματ(ος) + -ο- + κλοπή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρευματοκλοπήρευματοκλοπές
Γενικήρευματοκλοπήςρευματοκλοπών
Αιτιατικήρευματοκλοπήρευματοκλοπές
Κλητικήρευματοκλοπήρευματοκλοπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →