ριζώνω
•
- κυριολεκτικάβγάζω ρίζες Βικιλεξικό
- μεταφορικάζω για καιρό σε κάποιο τόπο κι έχω δεθεί με πρόσωπα και πράγματα σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. (Χρήστος Φράγκος, Τζένη Αλβαράντο-Φράγκου, Ήπειρος-Βόρεια Ήπειρος, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια: Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτιστικά Μνημεία, Τουρισμός, 2010, σελ. 86)
Ετυμολογία
ριζώνω < αρχαία ελληνική ῥιζόω / ῥιζῶ < ῥίζα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wréh₂ds (ρίζα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →