ρινοτομώ
•
- λόγιοκόβω τη μύτη κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρινοτομώ < μεσαιωνική ελληνική ῥινοτομέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρινοτομώ | ρινοτομείς | ρινοτομεί | ρινοτομούμε | ρινοτομείτε | ρινοτομούν / ρινοτομούνε |
| Παρατατικός | ρινοτομούσα | ρινοτομούσες | ρινοτομούσε | ρινοτομούσαμε | ρινοτομούσατε | ρινοτομούσαν / ρινοτομούσανε |
| Αόριστος | ρινοτόμησα | ρινοτόμησες | ρινοτόμησε | ρινοτομήσαμε | ρινοτομήσατε | ρινοτομήσαν / ρινοτομήσανε / ρινοτόμησαν |
| Μέλλοντας | θα ρινοτομήσω / θα ρινοτομώ | θα ρινοτομήσεις / θα ρινοτομείς | θα ρινοτομήσει / θα ρινοτομεί | θα ρινοτομήσουμε / θα ρινοτομούμε | θα ρινοτομήσετε / θα ρινοτομείτε | θα ρινοτομήσουν / θα ρινοτομήσουνε / θα ρινοτομούν / θα ρινοτομούνε |
| Παρακείμενος | έχω ρινοτομήσει | έχεις ρινοτομήσει | έχει ρινοτομήσει | έχουμε ρινοτομήσει | έχετε ρινοτομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρινοτομήσει | είχες ρινοτομήσει | είχε ρινοτομήσει | είχαμε ρινοτομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρινοτομήσει / να ρινοτομήσω / να ρινοτομώ | να έχεις ρινοτομήσει / να ρινοτομήσεις / να ρινοτομείς | να έχει ρινοτομήσει / να ρινοτομήσει / να ρινοτομεί | να έχουμε ρινοτομήσει / να ρινοτομήσουμε / να ρινοτομούμε | να έχετε ρινοτομήσει / να ρινοτομήσετε / να ρινοτομείτε | να ρινοτομήσουν / να ρινοτομήσουνε / να ρινοτομούν / να ρινοτομούνε |
| Προστακτική | — | ρινοτόμει / ρινοτόμησε | — | — | ρινοτομήστε / ρινοτομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →