Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρινοτομώ

/ɾi.no.toˈmo/ρήμα
•
  1. λόγιοκόβω τη μύτη κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρινοτομώ < μεσαιωνική ελληνική ῥινοτομέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςρινοτομώρινοτομείςρινοτομείρινοτομούμερινοτομείτερινοτομούν / ρινοτομούνε
Παρατατικόςρινοτομούσαρινοτομούσεςρινοτομούσερινοτομούσαμερινοτομούσατερινοτομούσαν / ρινοτομούσανε
Αόριστοςρινοτόμησαρινοτόμησεςρινοτόμησερινοτομήσαμερινοτομήσατερινοτομήσαν / ρινοτομήσανε / ρινοτόμησαν
Μέλλονταςθα ρινοτομήσω / θα ρινοτομώθα ρινοτομήσεις / θα ρινοτομείςθα ρινοτομήσει / θα ρινοτομείθα ρινοτομήσουμε / θα ρινοτομούμεθα ρινοτομήσετε / θα ρινοτομείτεθα ρινοτομήσουν / θα ρινοτομήσουνε / θα ρινοτομούν / θα ρινοτομούνε
Παρακείμενοςέχω ρινοτομήσειέχεις ρινοτομήσειέχει ρινοτομήσειέχουμε ρινοτομήσειέχετε ρινοτομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ρινοτομήσειείχες ρινοτομήσειείχε ρινοτομήσειείχαμε ρινοτομήσει——
Υποτακτικήνα έχω ρινοτομήσει / να ρινοτομήσω / να ρινοτομώνα έχεις ρινοτομήσει / να ρινοτομήσεις / να ρινοτομείςνα έχει ρινοτομήσει / να ρινοτομήσει / να ρινοτομείνα έχουμε ρινοτομήσει / να ρινοτομήσουμε / να ρινοτομούμενα έχετε ρινοτομήσει / να ρινοτομήσετε / να ρινοτομείτενα ρινοτομήσουν / να ρινοτομήσουνε / να ρινοτομούν / να ρινοτομούνε
Προστακτική—ρινοτόμει / ρινοτόμησε——ρινοτομήστε / ρινοτομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →